διέξειμι


διέξειμι
(=διά+ἐξ+εἶμι) прохожу, излагаю, произношу (λόγον)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διέξειμι" в других словарях:

  • διέξειμι — (Α) [έξειμι] 1. περνώ απ άκρη σ άκρη, διαβαίνω 2. διασχίζω μια χώρα 3. διαβαίνω, ακολουθώ μια γραμμή σ όλο της το μήκος 4. (για υπολογισμό ή διήγηση) εκθέτω με λεπτομέρειες 5. εξετάζω, ερευνώ 6. εξηγώ, ερμηνεύω 7. απαγγέλλω, εκφωνώ …   Dictionary of Greek

  • διέξειμι — ibo go out through pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιόν — διέξειμι ibo go out through pres part act masc voc sg διέξειμι ibo go out through pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιόντα — διέξειμι ibo go out through pres part act masc acc sg διέξειμι ibo go out through pres part act neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιόντων — διέξειμι ibo go out through pres imperat act 3rd pl διέξειμι ibo go out through pres part act masc/neut gen pl διέχω keep apart fut part act masc/neut gen pl (doric) διεξέω to swell out pres part act masc/neut gen pl (doric) διεξέω to swell out… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξῄειν — διέξειμι ibo go out through imperf ind act 1st sg διέξειμι ibo go out through imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέξειμ' — διέξειμι , διέξειμι ibo go out through pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διέξιτε — διέξειμι ibo go out through pres imperat act 2nd pl διέξειμι ibo go out through pres ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιοίην — διέξειμι ibo go out through pres opt act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιοῦσα — διέξειμι ibo go out through pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξιοῦσαι — διέξειμι ibo go out through pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)